Wednesday, May 16, 2007

Θέμα: Η πόλη μας


Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν μόνοι τους σε σπηλιές και το χειμώνα που κρύωναν μαζεύονταν πολλοί μαζί για να ζεσταθούν. Όμως εκεί ζούσαν και άγρια ζώα και είχε και βρωμιές και έτσι οι άνθρωποι κινδύνευαν. Γι'αυτό αποφάσισαν να μαζευτούν και να ζήσουν όλοι μαζί πανω από τη γη, αλλά ο καθένας σε ένα δικό του μέρος. Τότε πήρανε χώμα και κάνανε λάσπη και άρχισαν να χτίζουν σπίτια κοντά - κοντά και αυτό το είπανε πόλη. Μετά πέρασαν πολλά χρόνια και οι νέοι άνθρωποι άρχισαν να χτίζουν αλλιώτικα σπίτια με ξύλα και πέτρες και κάτι άλλα που τα λένε πλίθους, και κάνανε και παράθυρα. Ετσι σιγά σιγά γίνανε οι πόλεις μεγαλύτερες.

Σήμερα υπάρχουνε πολλές πόλεις. Εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη, που είναι μια μεγαλούπολη. Οι μικρές πόλεις λέγονται χωριά. Υπάρχουν επίσης πόλεις με λουτρά, με πανεπιστήμια, με νεκρούς, με καλλιτέχνες, με τσιμέντο, με κόμμα, με παράγκες. Μερικές πόλεις λέγονται πρωτέβουσες και υπάρχει και μία πόλη που γράφεται με κεφαλαίο Π και δεν έχει άλλο όνομα και κάποτε, λέει η μαμά μου, εμείς θα την πάρουμε πίσω, αλλά δεν ξέρω τι εννοεί.

Η δική μας πόλη λέγεται έτσι επειδή ο Μέγας Αλέξανδρος είχε μια αδερφή και αυτή παντρεύτηκε έναν στρατηγό που τον λέγανε Κάσσανρδο και ο Αλέξανδρος τού έχτισε μια πόλη και τού την έδωσε για προίκα για να ξεφορτωθεί την αδερφή του που ήτανε άσχημη και χοντρή. Ετσι η πόλη μας είναι πολύ παλιά. Είναι χτισμένη σε μια πλαγιά και έχει και θάλασσα κι έχει δύο μέρη, την άνω πόλη και το κέντρο. Ξέχασα να σας πω ότι οι πολεις γύρω γύρω έχουν κι άλλες πόλεις που είναι κολλητές και λέγονται Κροάστια.

Η πόλη μας έχει δρόμους για να κυκλοφορούνε τα αυτοκίνητα και τα λεοφορία. Έχει και μπεζοδρόμια για να περνάνε τα μηχανάκια και για να αφήνουμε τα σκουπίδια και για να καθόμαστε σε τραπεζάκια σε κάτι μαγαζιά που λέγονται καφέ αλλά είναι παρδαλά και για να κάθονται κάτι φτωχοί που ζητάνε λεφτά και παίζουνε μουσική. Έχει ακόμη πάρκα, για να βγάζουμε βόλτα τα σκυλάκια μας και πλατείες για να κάνουμε κάτι πάρτυ που τα λένε δυαδιπλώσεις. Έχει και πολλά κτίρια και εκκλησίες και μαγαζιά και κάτι άλλα που λέγονται εμπορικά κέντρα, σινεμάδες, θέατρα, εστιατόρια, ξενοδοχεία, στάσεις και περίπτερα. Έχει και μια μεγάλη αλάνα που τη λένε Διεφνή Έκταση και εκεί παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας.

Κάθε πόλη έχει έναν αρχηγό που τον λένε Δήμαρχο. Αυτός μένει σε ένα μεγάλο σπίτι και έχει πολλούς υπηρέτες που κάνουνε διάφορες δουλειές. Μαζεύονται κάθε μέρα στο σπίτι του δημάρχου και παίζουν ένα παιγνίδι που λέγεται γραφιοκροατία που είναι κάτι σαν κρυφτό και παζλ μαζί. Αν ένας άνθρωπος μπει μέσα στο δημαρχείο για επίσκεψη, τον βάζουνε κι αυτόν στο παιχνίδι και δεν τον αφήνουνε να φύγει μέχρι να τον κάνουνε να θυμώσει. Ο μπαμπάς μου πήγε πολλές φορές εκεί αλλά πάντα έχανε, γιατί θύμωνε γρήγορα και τότε τον βγάζανε έξω. Αμα κερδίσεις, σε δίνουνε κάτι χαρτιά με γραμματόσημα που λέει το όνομά σου και άλλα πράγματα και είναι σαν ενδεικτικά. Επίσης, ο δήμαρχος κάπου κάπου στέλνει υπηρέτες να σκουπίσουνε το δρόμο και κάτι άλλους που φοράνε στολή και μοιράζουνε κάτι λαχεία στα αυτοκίνητα και κάτι άλλους που ψάχνουν κάτι κάτω από τα μπεζοδρόμια και τα σπάνουν με κάτι μεγάλα σαν κατσαβίδια που κάνουνε πολύ θόρυβο και τα λενε κόμπρασέρ.

Η δικιά μας πόλη έχει κι ένα μακρύ μπεζοδρόμιο κοντά στη θάλασσα που το λένε παραλία. Η θάλασσα δεν είναι καλή γιατί έχει μέσα σκουπίδια και βρωμάει και δε μπορούμε να κάνουμε μπάνιο. Μόνο κάτι φτωχοί ψαράδες κάθονται πολλή ώρα και περιμένουνε με τα καλάμια τους. Το καλοκαίρι βγαίνουν όλοι και περπατάνε στην παραλία και κάνουν ποδήλατο και τρώνε παπαλούτσες και μαλλί της γριάς και λουκουμάδες και έχει κι ένα τρένο αλλά που είναι με ρόδες και δεν έχει γραμμές και κουβαλάει κάτι παιδάκια που χτυπούνε παλαμάκια. Επίσης, στην παραλία έχει κι ένα μεγάλο άγαλμα του Μέγα Αλέξανδρου που εκεί κάνουνε πατίνια κάτι παιδιά και από πίσω κάτι άλλοι παίζουνε το φαρμακείο και αγοράζουν ο ένας από τον άλλον σύριγγες και κάτι φακελλάκια και χαπάκια. Πιο πέρα έχει ένα άσχημο κτίριο που λεγεται Μακεδονί Απαλά και δίπλα έχει ένα πάρκο με δρομάκια και πινακίδες που πάνε τα παιδάκια για να μάθουνε ποδήλατο και να περνούν τους δρόμους. Το βράδυ όμως δεν έχει παιδάκια γιατί είναι πολύ σκοτεινά και τότε πάνε κάτι άλλοι κύριοι και κάνουνε βόλτες παρέα στα σκοτεινά και φυλάγουνε το πάρκο. Ακόμη πιο πέρα, είναι κάτι κοντάρια σημαίας που τα στήσανε λοξά και βάλανε πάνω κάτι τρύπιες ομπρέλλες που απο κάτω έχουνε φώτα και ένα βουνό χαλίκια αλλά δεν ξέρω τι κάνουνε εκεί.

Εμένα η πόλη μου με αρέσει πολύ και δε θέλω να φύγω ποτέ.

Friday, May 11, 2007

Θέμα: Η τηλεόραση

Η τηλεόραση είναι ένα μαύρο κουτί σα ξύλινο μπαούλο που το έχουμε στο σαλόνι πάνω στο μπουφέ με τα μπουκάλια και τα καλά ποτήρια της μαμάς που δε μας αφήνει να πίνουμε. Η τηλεόραση έχει από μπροστά ένα τζάμι που όταν την ανάβει ο μπαμπάς τότε αρχίζει να μιλάει και το τζάμι γίνεται σαν παράθυρο που βλέπει μέσα σε ξένα σπίτια. Από πίσω έχει ένα κορδόνι που μπαίνει στη μπρίζα και ακόμη ένα που μπαίνει σε μια άλλη μπρίζα στρογγυλή και από εκεί, λεει ο μπαμπάς, έρχεται ένα σήμα από μια κεραία που έχουμε κάπου. Πώς όμως χωράει ολόκληρο σήμα μέσα στο κορδόνι; Ακόμη, η τηλεόραση έχει πολλά κουμπάκια που τα λένε κανάλια και είναι πάνω σε ένα κουτάκι που το κρατάς στο χέρι και δίνει διαταγές, λέει ο μπαμπάς μου. Αυτά τα κανάλια, όταν τα πατάμε, δείχνουνε άλλα πράγματα το καθένα. Ξέχασα να πω ότι έχει και όνομα, τη λένε Φίλυψ.

Αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση τα λένε εκμπομπές. Μια φορα διάβασα σε ένα περιοδικό ότι οι εκμπομπές δεν είναι όλες ίδιες αλλά έχουνε διάφορα ονόματα και ηλικίες. Υπάρχουν εκμπομπές εξημερωτικές, επινωθροτικές, θρησκευτικές, αθλητικές, ιατρικές, επιστημονικές, κάτι άλλες που λέγονται ντουκυμαντέρ και δείχνουν ζώα, ψάρια και πλανήτες, μαγειρευτικές, ψυχαγωτικές, μουσικές και δεικαστικές. Υπάρχουν επίσης εκμπομπές παιδικές, που είναι μάλλον πολύ μικρές, αλλά υπάρχουν και εκμπομπές ενήλικες, έλεγε το περιοδικό. Ακόμη, υπάρχουν και κάτι άλλες που τις λένε έργα και είναι ελληνικά ή ξένα. Όταν έχει ξένα έργα στην τηλεόραση, δείχνει από κάτω κάτι γράμματα για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε τι λένε αυτοί που μιλάνε και αυτά τα λένε ιππότιτλους.

Το πρωί που οι μπαμπάδες πάνε δουλειά, η τηλεόραση δείχνει κάτι κυρίες με μαγιώ που δουλεύουνε σ’ ένα μαγαζί που λέγεται πρωινάδικο και είναι σαν ένα μεγάλο σπίτι χωρίς δωμάτια και έχει και πολλούς καναπέδες και γλάστρες. Αυτό το σπίτι ανήκει σε μια περίεργη κυρία που φοράει ρούχα και έχει καλεσμένους, αλλά δεν είναι καθόλου ευγενική, γιατί όλο τους ρωτάει χαζά πράγματα κι αυτοί χαμογελούνε και κάνουν πως δεν καταλαβαίνουνε. Εμένα η μαμά μου όταν έχει καλεσμένους τους κερνάει και γλυκά, όμως αυτή η κυρία στο πρωινάδικο δεν τους δίνει ούτε ένα πιτιφούρ. Είναι και κόσμος εκεί και χειροκροτάει κάθε φορά που έρχεται κάποιος καλεσμένος. Μετά πάνε όλοι μαζί πιο πέρα που είναι ένας άλλος κύριος που φοράει ποδιά και μαγειρεύει. Η μαμά μου λέει ότι αυτός, που είναι «άντρας πράμα», πρέπει να ντρέπεται που εμφανίζεται με την ποδιά στον κόσμο, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω. Μετά το μαγείρεμα, έρχεται μια άλλη κυρία που είναι χοντρή και φοράει πολλά δαχτυλίδια και κάθεται στον καναπέ και μάς λέει κάτι για κάποια ζώα που ζούνε μόνον ένα μήνα και μόλις πεθαίνει το ένα γεννιέται το άλλο και μετά αυτά τα ζώα πηγαίνουνε στους πλανήτες, αυτούς από τα ντουκυμαντέρ, και έρχονται και της λένε τι θα γίνει αύριο. Όταν φύγει κι αυτή, έρχεται ένας κύριος που μιλάει περίεργα και τον λένε Σέξο Λόγο και λέει κάτι ακαταλαβίστικα πράγματα σχετικά με το μικρό του όνομα. Η μαμά μου κάνει «απαπά, τς, τς, τς» όταν μιλάει αυτός και δε με αφήνει να τον βλέπω. Μετά φεύγει κι αυτός και έρχεται ένα παιδί που φοράει φόρμα και αμέσως όλες οι κυρίες με το μαγιώ τρέχουνε γύρω του και αρχίζουν να τον χαϊδεύουνε, και τότε αυτός χαίρεται πολύ και τις βάζει να κάνουνε γυμναστική, όπως κάνουμε εμείς στο σχολείο και αυτές αμέσως αρχίζουνε και χοροπηδάνε. Μερικές φορές χτυπάει και το τηλέφωνο και είναι κάτι φίλοι της κυρίας του σπιτιού και της λένε τι καλή που είναι και ότι χαίρονται μαζί της. Τι ωραία που περνούνε όλοι μαζί στο πρωινάδικο! Αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω, εμείς γιατί το βλέπουμε αυτό κάθε μέρα;

Μετά το πρωινάδικο η τηλεόραση δείχνει μια εκμπομπή που τη λένε μεσημεριανή ζώνη. Εκεί είναι μια κοπέλα, άλλη σε κάθε κανάλι, και φωνάζει κάτι δυστυχισμένους ανθρώπους που τους έχουνε κάνει κακό κάποιοι άλλοι. Αυτοί κλαίνε και λένε τα παράπονά τους και η καλή κοπέλα τους παρηγορεί και παίρνει τηλέφωνο να βρει αυτούς τους κακούς ανθρώπους που πείραξαν τους καλεσμένους της. Όταν τους βρει, τους μαλώνει στο τηλέφωνο και αυτοί ντρέπονται και το κλείνουν. Η μαμά μου πολύ θέλει να βλέπει αυτούς τους καημένους ανθρώπους, γιατί κλαίει και τους συμπονάει.

Εμένα στην τηλεόραση με αρέσει όμως μια εκπομπή που λέγεται «Οι δύσεις». Είναι κάτι κυρίες και κάτι κύριοι που κάθονται σε ένα γραφείο και όταν μιλούνε λένε όλο κακά πράγματα, γιατί ο μπαμπάς μου τους βρίζει, αλλά αυτοί δε σταματούνε. Μιλάνε συνέχεια και μετά μας δείχνουνε και κάτι βίντεα που τράβηξαν από διάφορες καταστροφές, με τρένα, με αεροπλάνα, με μεγάλα κύματα, με παιδιά που παίζουν πόλεμο και ξύλο και κλέφτες κι αστυνόμους και άλλα τέτοια. Μετά μας λένε αν αύριο θα βρέξει.

Αλλά η αγαπημένη μου εκμπομπή είναι η «Δίν’ αστεία». Η μαμά δε θέλει να τη βλέπω, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω. Τη Δευτέρα το βράδυ με βάζει για ύπνο στις 9, αλλά εγώ κάνω ότι κοιμάμαι αμέσως και μετά, όταν κι εκείνη έχει κοιμηθεί, σηκώνομαι στις 10 και ανοίγω την τηλεόραση χωρίς να ανάψω το φως. Αυτή η εκμπομπή δείχνει κάτι πλούσιους ανθρώπους που ζούνε πολύ μακριά, σε μια χώρα που λέγεται Κόλο Ράντο. Μένουν σε ένα τεράστιο σπίτι κι έχουνε περίεργα ονόματα και ωραία αυτοκίνητα και λεφτά και υπηρέτες και πισίνες και κάτι άλλο που λέγεται μπίζνες. Επίσης, είναι μια κακιά που τη φωνάζουνε Αλέξη, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί έχει αγορίστικο όνομα. Αυτήν δεν την αγαπάει κανένας και βασανίζει τους άλλους, όμως φοράει πάντα τόσο ωραία ρούχα και καπέλα! Είναι και μια καλή που τη φωνάζουνε Κρύσταλλο και φοράει όλο άσπρα φουστάνια και μάλλον είναι ινδιάνα, γιατί εμένα ο θείος μου ο Μήτσος μου είχε πει ότι οι ινδιάνοι έχουνε ονόματα από πράγματα. Αυτή η καλή κυρία είναι παντρεμένη με τον κύριο Μπλεκ, αλλά δεν έχουνε παιδάκια γιατί ο κύριος Μπλέκ δε θέλει άλλα γιατί έχει πολλά παιδιά με την κυρία Αλέξη, επειδή πριν ήτανε παντρεμένοι αλλά μετά χωρίσανε και η Αλέξη του πήρε μια μπίζνες και κάτι λεφτά και τα παιδιά τους μαλώνουνε ποιος έχει δίκιο και μετά η Κρύσταλλο κλαίει και ο Μπλέκ φωνάζει και ανεβαίνει τις σκάλες και τότε η κόρη του Μπλέκ η Μάλλον βγαίνει απορημένη να δει τι γίνεται και ο γιός του Μπλεκ ο Στίβε βγαίνει γυμνός από το μπάνιο μαζί με ένα φίλο του που παίζανε και μετά η Κρύσταλλο βλέπει την Αλέξη και γίνεται μπλε και ο Μπλέκ βλέπει το φίλο του Στίβε και γίνεται μωβ γιατί ήλθε χωρίς να τον καλέσουνε και μετά οι υπηρέτες έρχονται και μαζεύουνε τα σπασμένα μπιμπελό και όλοι μπαίνουνε στα αυτοκίνητά τους και φεύγουνε.

Εμένα η τηλεόραση με αρέσει πολύ και όταν μεγαλώσω θέλω να φτιάχνω κεραίες ή εκμπομπές.

Tuesday, April 24, 2007

Θέμα: Η εκκλησία μας



Η εκκλησία είναι ένα πολύ μεγάλο σπίτι, που εκεί μέσα μένει ο Θεούλης. Υπάρχουν πάρα πολλές εκκλησίες στην πόλη μας, και σε όλες τις πόλεις. Εγώ δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να μένει σε όλες ο Θεούλης, αλλά η μαμά μου λέει ότι Εκείνος είναι «πάντα χουπαρόν». Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά μάλλον σημαίνει ότι μένει σε όλες από λίγο. Πώς όμως προλαβαίνει να το κάνει αυτό, δεν ξέρω.

Η εκκλησία δε μοιάζει με ένα κανονικό σπίτι. Είναι πολύ μεγάλη και μακρουλή και ψηλή, και η σκεπή της είναι στρόγγυλη και λέγεται τρούβλος. Έχει και πολλά παράθυρα χρωματιστά, αλλά δεν έχει δωμάτια. Επίσης, έχει και ένα ψηλό πράμα που λέγεται καμπαναργιό και εκεί πάνω είναι οι καμπάνες. Η δικιά μας εκκλησία, που λέγεται και μητρόπολη, είναι η πιο μεγάλη από όλες τις άλλες. Μέσα έχει πολλές καρέκλες, κάτι μεγάλα φώτα που τα λένε πολιέλεους και οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι από κάτω μέχρι πάνω με κάτι κυρίους που φοράνε μακριές ρόμπες και έχουν στο κεφάλι τους ένα χρυσό πιάτο και κάτι κυρίες που παίζουν διάφορα παιχνίδια. Π.χ., μια κυρία την έχουνε δεμένη σε μια ρόδα και τη γαργαλούν, και μιας άλλης της μαθαίνουν να κολυμπάει με το κεφάλι ανάποδα. Αυτοί είναι οι άγιοι, λέει η μαμά μου. Εγώ τρομάζω με τους αγίους, γιατί μερικές φορές έχουν άγρια μάτια και φλόγες πάνω στο κεφάλι.

Στην εκκλησία δουλεύει ο κυρ – Μήτσος. Είναι ο καντηλανάφτης. Λέγεται Νεοκόρος στο επίθετο. Η δουλειά του είναι να ανάβει τα καντήλια που κρέμονται μπροστά στις εικόνες, να σβήνει αμέσως τα κεριά που ανάβουμε στο εμανουάλι για να μην πάρουμε φωτιά, να χτυπάει τις καμπάνες, να μαλώνει τα παιδάκια που χτυπούν κρυφά τις καμπάνες και μετά κρύβονται και να καυγαδίζει με κάτι κυρίες που δεν κάθονται στη σειρά τους. Επίσης, όταν έρχονται οι άνθρωποι στην εκκλησία, ο κυρ Μήτσος τους στέλνει στις καρέκλες τους, χωριστά τους μπαμπάδες από τις μαμάδες.

Εγώ πάω στην εκκλησία κάθε Κυριακή, μαζί με τη μαμά μου και το μπαμπά μου. Τις Κυριακές έχει λειτουργία, που σημαίνει ότι πάμε όλοι εκεί για να κάνουμε προσευχή και να ευχαριστήσουμε το Θεούλη για τα καλά που μάς δίνει. Είναι πολύ ωραία η λειτουργία. Ένας κύριος που λέγεται ψάλτης λέει κάτι όμορφα τραγούδια σε μια άλλη γλώσσα, και καμμιά φορά μιλάει και με τον παπά – Τάσο και λένε ευχές ο ένας στον άλλον. Μετά οι παπάδες βγάζουν βόλτα ένα χρυσό βιβλίο που λέγεται εβγαγγέλιο και πιο μετά κάνουν πάλι την ίδια βόλτα με κάτι κουκουλωμένα ποτήρια και κάτι πανιά στην πλάτη τους, ενώ μπροστά τους βγαίνει ένα παιδάκι με κάτι που καπνίζει και ανοίγει χώρο μέσα στον κόσμο, ο οποίος σταυροκοπιέται για να μην πάρουμε φωτιά. Μετά δεν γίνονται και πολλά πράγματα. Στο τέλος ο παπάς βγαίνει με το ποτήρι στην πόρτα και λέει να προσέχουμε το Θεό άν φοβόμαστε την πίστη και την αγάπη, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Τότε όλες οι γιαγιούλες που κάθονται ήσυχα στις καρέκλες τους πηδούν επάνω γρήγορα και αρχίζουν να σκουντούν η μια την άλλη για να φτάσουν στον παπά και να πιούνε πρώτες από το ποτήρι.

Μετά από αυτά, ο παπάς λέει «διεφχόντο ναγίο μπατέ ρονημόν» και αρχίζει να μοιράζει μικρά ψωμάκια που τα λένε αντίδερα. Αμέσως τότε όλοι αρχίζουν να φωνάζουν τους γνωστούς τους, να φωνάζουν και να φιλιούνται μέσα στην εκκλησία και πάλι οι γιαγιούλες αρχίζουν να σκουντούν για να πάρουν πρώτες το ψωμάκι τους. Μα γιατί βιάζονται, νηστικές είναι; Δεν καταλαβαίνω.

Εμένα η εκκλησία με αρέσει πολύ και εύχομαι όλοι οι άνθρωποι να πηγαίνουν στην εκκλησία.-

Θέμα: Η αρετή της οικονομίας.



Η οικονομία είναι μια αρετή. Υπάρχουν πολλές αρετές. Μερικές απο αυτές είναι η καλότητα, η καλοσύνη, η αγάπη, η ταπίνοση, η υπομονή, η υπακουή, η συγκράτεια, η φιλοσπλαχνία, η πρασότητα και πολλές άλλες, που μου τις λέει η μαμά μου όταν διαβάζει ένα μαύρο χοντρό βιβλίο με κάτι χρυσά γράμματα. Εγώ ξέρω και μια κυρία που τη λένε Αρετή. Ο μπαμπάς μου λέει γι’αυτήν ότι «τζαμπα το όνομα», αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Οι αρετές είναι καλά πράγματα να τα έχεις, και εγώ προσπαθώ να έχω πολλές αρετές. Αμα καμμιά φορά δεν έχω αρετές, η μαμά μου μού λέει ότι σταυρώνω το Χριστούλη και πάλι δεν καταλαβαίνω.

Η οικονομία είναι πολύ σπουδαία. Ο λαός λέει «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι». Δεν ξέρω όμως γιατί θέλουν να γεμίζουν σακούλες με φασόλια. Επίσης λέει και «σταλαματιά – σταλαματιά γεμίζει η στάμνα η πλατειά». Η μαμά μου λέει ότι η οικονομία είναι πολύ σημαντική αρετή και ότι πρέπει όλοι μας να κάνουμε οικονομία. Α, ξέχασα να πώ ότι μερικές αρετές τις «κάνουμε» και μερικές τις «έχουμε». Π.χ. «κάνω οικονομία», «κάνω υπομονή», αλλά «έχω ταπίνοση», «έχω καλοσύνη» κτλ. Η μαμά μου κάνει οικονομία από τότε που παντρεύτηκε. Αυτό είναι πολύ σημαντικό πράγμα, γιατί όλο μας το λέει φωνάζοντας. Θέλει να μάς δώσει το καλό παράδειγμα μέσα στο σπίτι. Οταν ζητάω να φάω λίγο τυρί παραπάνω, με λέει ότι πρέπει να κάνω οικονομία και δε με δίνει καθόλου. Οταν πάμε στην αγορά και ζητάω διάφορα πράγματα, δε με αφήνει να αγοράσω τίποτε «για οικονομία». Επίσης, η μαμά κάνει οικονομία και για το μπαμπά. Ετσι, εκείνος έχει λεφτά για να αγοράζει χρήσιμα πράγματα, όπως μπογιές, πινέλα, λαχεία, κορνίζες, γραμματόσημα και γραβάτες. Μερικές φορές, η μαμά μου λέει ότι εκείνος έπρεπε να έχει μια άλλη γυναίκα, πιο λίγο οικονομική, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί το λέει αυτό.

Αλλά και στις αδερφές μου λέει η μαμά να κάνουν οικονομία. Κάποιες φορές, τις λέει «κόρες υπαλλήλου» και μου φαίνεται πολύ παράξενο, και άλλες φορές, όταν μαλώνουνε και φωνάζουνε γι’αστείο, η μαμά λέει ότι είναι «σπάταλες» και «λουσούδες». Από ό,τι κατάλαβα, οι αδερφές μου είναι πολύ έξυπνες και ξέρουνε πολύ καλά να τρώνε λεφτά, όμως αυτό μάλλον δεν είναι αρετή. Οι καημένες, όμως, έχουνε κοντά παπλώματα στα κρεβάτια τους, και η μαμά τούς λέει συνέχεια να μην απλώνουνε τα πόδια τους πέρα από το πάπλωμά τους, για να μην κρυώσουνε, φαίνεται. Γιατί όμως δεν τούς παίρνει ένα καινούριο πάπλωμα η μαμά, αφού κάνει τόση οικονομία?

Η οικονομία γίνεται καλύτερα με την αποταμίευση. Αυτό είναι όταν πάμε στην τράπεζα και δίνουμε όλα μας τα λεφτά και αυτοί τα γράφουνε μέσα σε ένα βιβλίο που το κρατάει ο μπαμπάς μαζί του όταν κοιμάται και που λέγεται «βιβλιάριο». Οταν έρχονται οι αδερφές μου και λείπει ο μπαμπάς, εκείνες ψάχνουνε τα συρτάρια για να βρούνε αυτό το «βιβλιάριο», αλλά δεν μπορούνε, γιατί εκείνος το κρύβει κάθε φορά αλλού. Καμμιά φορά όμως ξεχνάει και κείνος πού το κρύβει και μετά λέει στη μαμά μου ότι εκείνη το πήρε, αλλά εκείνη αρνείται και τον λέει ότι ξεμωράθηκε και ότι είναι «μουστακοπαθής», και εγώ γελάω γιατί ο μπαμπάς μου δεν έχει μουστάκι.

Η οικονομία, άμα είναι πολλή, λέγεται τσιγκουνιά. Εγώ δε θέλω να είμαι τσιγκούνης γιατί δεν είναι καλό πράγμα. Ο μπαμπάς μου λέει πολλά κακά πράγματα για τους τσιγκούνες. Ο θείος μου ο Χαριλάκης είναι πολύ τσιγκούνης, λέει ο μπαμπάς. Φαίνεται ότι όταν κάποιος είναι τσιγκούνης, τού συμβαίνουνε διάφορα τρομαχτικά φαινόμενα. Στην αρχή, μπαίνουνε καβούρια στις τσέπες του και τον γαργαλάνε, και δε μπορεί να βάλει τα χέρια του μέσα. Μετά, του πέφτουνε τα δόντια και γίνεται «τσιφούτης», και μετά έρχονται κάποιοι και τον ράβουνε με σπάγγο. Μετά, παθαίνει κάτι άλλο και αρχίζει και φτιάχνει κάτι «μασούρια» που τα κρύβει σε πολλά μέρη του σπιτιού.

Εγώ όταν μεγαλώσω δε θέλω να γίνω τσιγκούνης αλλά οικονόμος σαν τη μαμά μου.

Θέμα: Η οικογένεια

Η οικογένεια είναι ένα κύτταρο της κοινωνίας. Η κοινωνία μας έχει πολλά κύτταρα, δηλαδή πολλές οικογένειες. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι οικογένειες μαζί κάνουν μια κοινωνία, όπως όλα τα κύτταρα μαζί κανουν μια κυτταρίτιδα. Αυτό μου το είπε η αδερφή μου που τη ρώτησα μια φορά κάτι άλλο.

Η οικογένεια είναι ο μπαμπάς, η μαμά και τα παιδιά. Υπάρχουν πολλά είδη οικογένειας. Υπάρχει η στενή οικογένεια, η οικογένεια του μπαμπά και η οικογένεια της μαμάς, η θετή οικογένεια, η κατεστραμμένη, η αγροτική, η αστική και η διαλυμένη. Υπάρχει ακόμη και μια αγία Οικογένεια, αλλά δεν ξέρω πότε γιορτάζει.

Οταν ο μπαμπάς και η μαμά ήταν παιδάκια, ανήκανε στις δικές τους οικογένειες. Αυτές οι οικογένειες είναι αυτό που λέμε συγγενείς. Ο μπαμπάς μου την οικογένεια της μαμάς τη λέει «φάρα», ενώ η μάμα μου την οικογένεια του μπαμπά τη λέει «βρωμόσογο». Οταν ρωτάω τί σημαίνουν αυτές οι λέξεις μου λένε ότι είναι «χαϊδευτικά» και «πρασονήμια», αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό.

Εμένα η οικογένεια με αρέσει πολύ για τη ζεστασιά της. Το σπίτι μας είναι πολύ ζεστό το χειμώνα, γιατί έχουμε καλολεφέρ. Εγώ έχω δύο αδερφές πολύ μεγάλες. Εγώ πάω στο σχολείο και εκείνες πάνε στο Πανεπιστήμιο, που είναι σαν ένα μεγάλο σχολείο που κρατάει πολλά πολλά χρόνια. Ομως δεν πάνε κάθε μέρα, όπως εγώ, αλλά μερικές φορές το χρόνο και «δίνουν μαθήματα», αλλά δεν ξέρω σε ποιόν τα δίνουν. Τι καλά που είναι να πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο! Εγώ όταν μεγαλώσω θα πάω στο πανεπιστήμιο και θα γίνω οδηγός τρένου. Επίσης, πάνε για να πιούν καφέ με τις φιλενάδες τους, και μερικές φορές πάνε και μαζεύουν κάτι χόρτα που λέγονται βρούβες, λέει ο μπαμπάς μου και ξεφυσάει. Δεν καταλαβαίνω γιατί πάνε για χόρτα, αφού σπουδάζουν δικηγόροι και όχι φυτολόγοι. Οταν οι αδερφές μου έρχονται στο σπίτι από το πανεπιστήμιο τα Σαββατα, η μαμά στρώνει το τραπέζι για να φάμε όλοι μαζί και περιμένουμε το μπαμπά να έρθει από τη δουλειά, και μαλώνει τις αδερφές μου που τσιμπούν τα φαγητά. Οταν έρχεται ο μπαμπάς, του φέρνω τις παντούφλες του και εκείνος μου δίνει ένα δεκάρικο. Αν έχουμε ψάρια, είμαι τυχερός, γιατί τότε του φέρνω και τα γυαλιά του και δεν του τα δίνω αν δε μου δώσει ενα εικοσάρικο. Τότε εκείνος με λέει Εβραίο αλλά εγώ πάλι δεν καταλαβαίνω.

Μερικές φορές η οικογένειά μου είναι πολύ αστεία. Πριν από μερικές μέρες ήρθε η θεία μου στο σπίτι και μιλούσε με τη μαμά μου για κάποιον Αχαΐρευτο, και η μαμά της έλεγε «Σιγά θα ακούσει το παιδί». Μετά η θεία μου ήρθε και με είπε κάτι σε μια άλλη γλώσσα και μετά πήρε όλα τα μπιμπελό στο δωμάτιό μου και τα άλλαξε θέση, και μετά έφυγε. Σε λίγο ήρθε ο μπαμπάς μου από τη δουλειά και μου έφερε ΜΙΑ καραμέλα. Μόλις όμως είδε τα μπιμπελά σε διαφορετική θέση, ρώτησε τη μαμά μου αν πέρασε από το σπίτι μας μια Στριμμένη και η μαμά χαμογέλασε. Μετά ο μπαμπάς μου πήρε τα μπιμπελά και τα έβαλε εκεί που ήταν πριν τα αλλάξει η θεία μου. Μου αρέσει που η οικογένειά μου είναι αστεία!

Η μαμά μου είπε ότι στην οικογένεια πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη. Στη δική μου οικογένεια υπάρχει πολλή εμπιστοσύνη και αγάπη. Ο μπαμπάς μου μας αγαπάει τόσο πολύ και γι’αυτό δεν αφήνει ποτέ να βγούνε έξω μόνες τους η μαμά μου και οι αδερφές μου. Οταν οι αδερφές μου βγαίνουν με τους φίλους τους εκείνος κατεβάζει μούτρα. Μόλις εκείνες φύγουν, κοιτάει από το παράθυρο και σε λίγο ντύνεται γρήγορα και βγαίνει και αυτός έξω. Επίσης, όταν η μαμά μου μιλάει στο τηλέφωνο, εκείνος σηκώνει το ακουστικό και ακούει τι της λένε από την άλλη μεριά, γιατί την αγαπάει πολύ και θέλει να ξέρει μήπως τη βρίζουνε ή της λένε κακά πράγματα, για να μπορέσει να την προστατεύσει. Μερικές φορές λέει ότι κάποιοι πλένουν τον εγκέφαλο της μαμάς, αλλά εγώ δεν είδα ποτέ να γίνεται αυτό.
Εγώ την οικογένειά μου την αγαπώ πολύ και εύχομαι να είναι πάντα καλά.