
Τα παλιά χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν μόνοι τους σε σπηλιές και το χειμώνα που κρύωναν μαζεύονταν πολλοί μαζί για να ζεσταθούν. Όμως εκεί ζούσαν και άγρια ζώα και είχε και βρωμιές και έτσι οι άνθρωποι κινδύνευαν. Γι'αυτό αποφάσισαν να μαζευτούν και να ζήσουν όλοι μαζί πανω από τη γη, αλλά ο καθένας σε ένα δικό του μέρος. Τότε πήρανε χώμα και κάνανε λάσπη και άρχισαν να χτίζουν σπίτια κοντά - κοντά και αυτό το είπανε πόλη. Μετά πέρασαν πολλά χρόνια και οι νέοι άνθρωποι άρχισαν να χτίζουν αλλιώτικα σπίτια με ξύλα και πέτρες και κάτι άλλα που τα λένε πλίθους, και κάνανε και παράθυρα. Ετσι σιγά σιγά γίνανε οι πόλεις μεγαλύτερες.
Σήμερα υπάρχουνε πολλές πόλεις. Εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη, που είναι μια μεγαλούπολη. Οι μικρές πόλεις λέγονται χωριά. Υπάρχουν επίσης πόλεις με λουτρά, με πανεπιστήμια, με νεκρούς, με καλλιτέχνες, με τσιμέντο, με κόμμα, με παράγκες. Μερικές πόλεις λέγονται πρωτέβουσες και υπάρχει και μία πόλη που γράφεται με κεφαλαίο Π και δεν έχει άλλο όνομα και κάποτε, λέει η μαμά μου, εμείς θα την πάρουμε πίσω, αλλά δεν ξέρω τι εννοεί.
Η δική μας πόλη λέγεται έτσι επειδή ο Μέγας Αλέξανδρος είχε μια αδερφή και αυτή παντρεύτηκε έναν στρατηγό που τον λέγανε Κάσσανρδο και ο Αλέξανδρος τού έχτισε μια πόλη και τού την έδωσε για προίκα για να ξεφορτωθεί την αδερφή του που ήτανε άσχημη και χοντρή. Ετσι η πόλη μας είναι πολύ παλιά. Είναι χτισμένη σε μια πλαγιά και έχει και θάλασσα κι έχει δύο μέρη, την άνω πόλη και το κέντρο. Ξέχασα να σας πω ότι οι πολεις γύρω γύρω έχουν κι άλλες πόλεις που είναι κολλητές και λέγονται Κροάστια.
Η πόλη μας έχει δρόμους για να κυκλοφορούνε τα αυτοκίνητα και τα λεοφορία. Έχει και μπεζοδρόμια για να περνάνε τα μηχανάκια και για να αφήνουμε τα σκουπίδια και για να καθόμαστε σε τραπεζάκια σε κάτι μαγαζιά που λέγονται καφέ αλλά είναι παρδαλά και για να κάθονται κάτι φτωχοί που ζητάνε λεφτά και παίζουνε μουσική. Έχει ακόμη πάρκα, για να βγάζουμε βόλτα τα σκυλάκια μας και πλατείες για να κάνουμε κάτι πάρτυ που τα λένε δυαδιπλώσεις. Έχει και πολλά κτίρια και εκκλησίες και μαγαζιά και κάτι άλλα που λέγονται εμπορικά κέντρα, σινεμάδες, θέατρα, εστιατόρια, ξενοδοχεία, στάσεις και περίπτερα. Έχει και μια μεγάλη αλάνα που τη λένε Διεφνή Έκταση και εκεί παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας.
Κάθε πόλη έχει έναν αρχηγό που τον λένε Δήμαρχο. Αυτός μένει σε ένα μεγάλο σπίτι και έχει πολλούς υπηρέτες που κάνουνε διάφορες δουλειές. Μαζεύονται κάθε μέρα στο σπίτι του δημάρχου και παίζουν ένα παιγνίδι που λέγεται γραφιοκροατία που είναι κάτι σαν κρυφτό και παζλ μαζί. Αν ένας άνθρωπος μπει μέσα στο δημαρχείο για επίσκεψη, τον βάζουνε κι αυτόν στο παιχνίδι και δεν τον αφήνουνε να φύγει μέχρι να τον κάνουνε να θυμώσει. Ο μπαμπάς μου πήγε πολλές φορές εκεί αλλά πάντα έχανε, γιατί θύμωνε γρήγορα και τότε τον βγάζανε έξω. Αμα κερδίσεις, σε δίνουνε κάτι χαρτιά με γραμματόσημα που λέει το όνομά σου και άλλα πράγματα και είναι σαν ενδεικτικά. Επίσης, ο δήμαρχος κάπου κάπου στέλνει υπηρέτες να σκουπίσουνε το δρόμο και κάτι άλλους που φοράνε στολή και μοιράζουνε κάτι λαχεία στα αυτοκίνητα και κάτι άλλους που ψάχνουν κάτι κάτω από τα μπεζοδρόμια και τα σπάνουν με κάτι μεγάλα σαν κατσαβίδια που κάνουνε πολύ θόρυβο και τα λενε κόμπρασέρ.
Η δικιά μας πόλη έχει κι ένα μακρύ μπεζοδρόμιο κοντά στη θάλασσα που το λένε παραλία. Η θάλασσα δεν είναι καλή γιατί έχει μέσα σκουπίδια και βρωμάει και δε μπορούμε να κάνουμε μπάνιο. Μόνο κάτι φτωχοί ψαράδες κάθονται πολλή ώρα και περιμένουνε με τα καλάμια τους. Το καλοκαίρι βγαίνουν όλοι και περπατάνε στην παραλία και κάνουν ποδήλατο και τρώνε παπαλούτσες και μαλλί της γριάς και λουκουμάδες και έχει κι ένα τρένο αλλά που είναι με ρόδες και δεν έχει γραμμές και κουβαλάει κάτι παιδάκια που χτυπούνε παλαμάκια. Επίσης, στην παραλία έχει κι ένα μεγάλο άγαλμα του Μέγα Αλέξανδρου που εκεί κάνουνε πατίνια κάτι παιδιά και από πίσω κάτι άλλοι παίζουνε το φαρμακείο και αγοράζουν ο ένας από τον άλλον σύριγγες και κάτι φακελλάκια και χαπάκια. Πιο πέρα έχει ένα άσχημο κτίριο που λεγεται Μακεδονί Απαλά και δίπλα έχει ένα πάρκο με δρομάκια και πινακίδες που πάνε τα παιδάκια για να μάθουνε ποδήλατο και να περνούν τους δρόμους. Το βράδυ όμως δεν έχει παιδάκια γιατί είναι πολύ σκοτεινά και τότε πάνε κάτι άλλοι κύριοι και κάνουνε βόλτες παρέα στα σκοτεινά και φυλάγουνε το πάρκο. Ακόμη πιο πέρα, είναι κάτι κοντάρια σημαίας που τα στήσανε λοξά και βάλανε πάνω κάτι τρύπιες ομπρέλλες που απο κάτω έχουνε φώτα και ένα βουνό χαλίκια αλλά δεν ξέρω τι κάνουνε εκεί.
Εμένα η πόλη μου με αρέσει πολύ και δε θέλω να φύγω ποτέ.
Σήμερα υπάρχουνε πολλές πόλεις. Εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη, που είναι μια μεγαλούπολη. Οι μικρές πόλεις λέγονται χωριά. Υπάρχουν επίσης πόλεις με λουτρά, με πανεπιστήμια, με νεκρούς, με καλλιτέχνες, με τσιμέντο, με κόμμα, με παράγκες. Μερικές πόλεις λέγονται πρωτέβουσες και υπάρχει και μία πόλη που γράφεται με κεφαλαίο Π και δεν έχει άλλο όνομα και κάποτε, λέει η μαμά μου, εμείς θα την πάρουμε πίσω, αλλά δεν ξέρω τι εννοεί.
Η δική μας πόλη λέγεται έτσι επειδή ο Μέγας Αλέξανδρος είχε μια αδερφή και αυτή παντρεύτηκε έναν στρατηγό που τον λέγανε Κάσσανρδο και ο Αλέξανδρος τού έχτισε μια πόλη και τού την έδωσε για προίκα για να ξεφορτωθεί την αδερφή του που ήτανε άσχημη και χοντρή. Ετσι η πόλη μας είναι πολύ παλιά. Είναι χτισμένη σε μια πλαγιά και έχει και θάλασσα κι έχει δύο μέρη, την άνω πόλη και το κέντρο. Ξέχασα να σας πω ότι οι πολεις γύρω γύρω έχουν κι άλλες πόλεις που είναι κολλητές και λέγονται Κροάστια.
Η πόλη μας έχει δρόμους για να κυκλοφορούνε τα αυτοκίνητα και τα λεοφορία. Έχει και μπεζοδρόμια για να περνάνε τα μηχανάκια και για να αφήνουμε τα σκουπίδια και για να καθόμαστε σε τραπεζάκια σε κάτι μαγαζιά που λέγονται καφέ αλλά είναι παρδαλά και για να κάθονται κάτι φτωχοί που ζητάνε λεφτά και παίζουνε μουσική. Έχει ακόμη πάρκα, για να βγάζουμε βόλτα τα σκυλάκια μας και πλατείες για να κάνουμε κάτι πάρτυ που τα λένε δυαδιπλώσεις. Έχει και πολλά κτίρια και εκκλησίες και μαγαζιά και κάτι άλλα που λέγονται εμπορικά κέντρα, σινεμάδες, θέατρα, εστιατόρια, ξενοδοχεία, στάσεις και περίπτερα. Έχει και μια μεγάλη αλάνα που τη λένε Διεφνή Έκταση και εκεί παρκάρουμε το αυτοκίνητό μας.
Κάθε πόλη έχει έναν αρχηγό που τον λένε Δήμαρχο. Αυτός μένει σε ένα μεγάλο σπίτι και έχει πολλούς υπηρέτες που κάνουνε διάφορες δουλειές. Μαζεύονται κάθε μέρα στο σπίτι του δημάρχου και παίζουν ένα παιγνίδι που λέγεται γραφιοκροατία που είναι κάτι σαν κρυφτό και παζλ μαζί. Αν ένας άνθρωπος μπει μέσα στο δημαρχείο για επίσκεψη, τον βάζουνε κι αυτόν στο παιχνίδι και δεν τον αφήνουνε να φύγει μέχρι να τον κάνουνε να θυμώσει. Ο μπαμπάς μου πήγε πολλές φορές εκεί αλλά πάντα έχανε, γιατί θύμωνε γρήγορα και τότε τον βγάζανε έξω. Αμα κερδίσεις, σε δίνουνε κάτι χαρτιά με γραμματόσημα που λέει το όνομά σου και άλλα πράγματα και είναι σαν ενδεικτικά. Επίσης, ο δήμαρχος κάπου κάπου στέλνει υπηρέτες να σκουπίσουνε το δρόμο και κάτι άλλους που φοράνε στολή και μοιράζουνε κάτι λαχεία στα αυτοκίνητα και κάτι άλλους που ψάχνουν κάτι κάτω από τα μπεζοδρόμια και τα σπάνουν με κάτι μεγάλα σαν κατσαβίδια που κάνουνε πολύ θόρυβο και τα λενε κόμπρασέρ.
Η δικιά μας πόλη έχει κι ένα μακρύ μπεζοδρόμιο κοντά στη θάλασσα που το λένε παραλία. Η θάλασσα δεν είναι καλή γιατί έχει μέσα σκουπίδια και βρωμάει και δε μπορούμε να κάνουμε μπάνιο. Μόνο κάτι φτωχοί ψαράδες κάθονται πολλή ώρα και περιμένουνε με τα καλάμια τους. Το καλοκαίρι βγαίνουν όλοι και περπατάνε στην παραλία και κάνουν ποδήλατο και τρώνε παπαλούτσες και μαλλί της γριάς και λουκουμάδες και έχει κι ένα τρένο αλλά που είναι με ρόδες και δεν έχει γραμμές και κουβαλάει κάτι παιδάκια που χτυπούνε παλαμάκια. Επίσης, στην παραλία έχει κι ένα μεγάλο άγαλμα του Μέγα Αλέξανδρου που εκεί κάνουνε πατίνια κάτι παιδιά και από πίσω κάτι άλλοι παίζουνε το φαρμακείο και αγοράζουν ο ένας από τον άλλον σύριγγες και κάτι φακελλάκια και χαπάκια. Πιο πέρα έχει ένα άσχημο κτίριο που λεγεται Μακεδονί Απαλά και δίπλα έχει ένα πάρκο με δρομάκια και πινακίδες που πάνε τα παιδάκια για να μάθουνε ποδήλατο και να περνούν τους δρόμους. Το βράδυ όμως δεν έχει παιδάκια γιατί είναι πολύ σκοτεινά και τότε πάνε κάτι άλλοι κύριοι και κάνουνε βόλτες παρέα στα σκοτεινά και φυλάγουνε το πάρκο. Ακόμη πιο πέρα, είναι κάτι κοντάρια σημαίας που τα στήσανε λοξά και βάλανε πάνω κάτι τρύπιες ομπρέλλες που απο κάτω έχουνε φώτα και ένα βουνό χαλίκια αλλά δεν ξέρω τι κάνουνε εκεί.
Εμένα η πόλη μου με αρέσει πολύ και δε θέλω να φύγω ποτέ.


